Παρασκευή 17 Ιανουαρίου 2020

Κων/να Πολυχρονοπούλου: Σχέσεις Ελληνικής και Τουρκικής Γλώσσας. Mορφοσυντακτικά φαινόμενα. Θεωρητική και Ερευνητική Μελέτη με βάση την έννοια της παρεμβολής.


Σε μία προσπάθεια Γλωσσολογικής Μελέτης με στόχο την ανάδειξη των διαφορετικών μορφοσυντακτικών φαινομένων μεταξύ της Ελληνικής και της Τουρκικής Γλώσσας η Κωνσταντίνα Πολυχρονοπούλου, αρθρογραφεί, προσεγγίζοντας το προς εξέταση θέμα μέσα από τη χρήση της αντιπαραβολής.


Κωνσταντίνα Πολυχρονοπούλου
Σχολή Οικονομικών & Πολιτικών Επιστημών
Τμήμα Τουρκικών Σπουδών και Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών
Email: polkon1999@hotmail.com

Είναι γνωστό πως οι γλωσσολόγοι δεν πιστεύουν στην ύπαρξη «εύκολων» ή «δύσκολων» γλωσσών. Έτσι θα μπορούσαμε να πούμε πως μια ενδεχόμενη δυσκολία εκμάθησης κάποιας γλώσσας οφείλεται στην «συνάρτηση της πρώτης γλώσσας (γλώσσα αφετηρίας) με τη δεύτερη ή τρίτη γλώσσα». Συγκεκριμένα η ελληνική και η τουρκική γλώσσα διαφέρουν τόσο από «γενετικής» όσο και από «τυπολογικής» σκοπιάς: καθώς η μεν ανήκει στην ινδοευρωπαϊκή ομάδα γλωσσών, ενώ η δε συναντάται στην αλταϊκή γλωσσική ομάδα (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.17,33).
   Βέβαια η ετερογένεια των γλωσσών δεν είναι παρά φύσει καθώς, όπως αναφέρει και ο Martinet: «οι γλώσσες αλλάζουν επειδή επιδρούν». Δεν πρέπει λοιπόν να λησμονούμε πως οι γλώσσες νοούνται ως οντότητες οι οποίες εμπεριέχουν εκ γενετής μια ποικιλομορφία. Άλλωστε οι θεμελιωτές του λειτουργισμού έχουν επισημάνει την κοινωνική υπόσταση της γλώσσας, χαρακτηρίζοντάς την ως έναν «κοινωνικό θεσμό» (Κλαίρης,2012,σελ.25-26)

   Συμπερασματικά, αν λάβουμε υπ΄όψιν ότι η επικοινωνία ως ανθρώπινη εκδήλωση εντάσσεται μέσα στον χρόνο και τον χώρο, θα συνειδητοποιήσουμε πως η γλώσσα δεν μπορεί να διαχωριστεί από τις ρεαλιστικές συνθήκες επικοινωνίας (Μπαμπινιώτης,1998,σελ.20), και έτσι λοιπόν θα αποδεχθούμε πιο εύκολα την οποιαδήποτε εναλλαγή της. 

ΣΤΟΧΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΠΟΙ ΤΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ (ΥΠΟΘΕΣΕΙΣ ΜΕΛΕΤΗΣ)


  Σκοπός αυτής της εργασίας είναι η αποτύπωση των διαφορετικών μορφολογικών και συντακτικών φαινομένων μεταξύ της ελληνικής και της τουρκικής γλώσσας. Η έρευνα αυτή στοχεύει τόσο στην θεωρητική όσο και στην πρακτική προσέγγιση των εν λόγω φαινομένων, με απώτερο σκοπό την διδακτική της τουρκικής. Βέβαια ούτε στην ελληνική, ούτε στην τουρκική βιβλιογραφία υπάρχει ένα και μοναδικό εγχειρίδιο το οποίο να καλύπτει το σύνολο των θεματικών ενοτήτων της παρούσας ερευνητικής προσπάθειας. Για τον λόγο αυτό, λοιπόν, χρησιμοποιήθηκαν διαφορετικά συμπληρωματικά εγχειρίδια τόσο ελληνικής όσο και ξενόγλωσσης  βιβλιογραφίας (λεξικά, βιβλία, σημειώσεις). 

ΔΙΑΤΑΞΗ ΤΩΝ ΟΡΩΝ ΣΕ ΜΙΑ ΦΡΑΣΗ/ΠΡΟΤΑΣΗ ΣΤΗΝ ΤΟΥΡΚΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

        Η διάταξη των όρων, έχει ιδιαίτερη σημασία  αφού η τουρκική γλώσσα  διαθέτει μια «σειρά νόμων» οι οποίοι καθορίζουν την λειτουργία των λέξεων ανάλογα με τη θέση τους στο εκφώνημα. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ. 263)
       Πιο συγκεκριμένα το υποκείμενο βρίσκεται στην αρχή της πρότασης, ενώ το ρήμα στο τέλος. Βέβαια είναι εφικτό «λόγω ποιητική αδεία» ή για λόγους έμφασης, σε περίπτωση απλής προσταγής το ρήμα να βρεθεί στην αρχή: «Aç kapıyı» (μτφ. ως «Άνοιξε την πόρτα!»). Ακόμη πρέπει να επισημανθεί πως σε μια πρόταση αυτό το οποίο είναι συγκεκριμένο προηγείται και έτσι το προσδιορίζον προηγείται του προσδιοριζόμενου. Επίσης συνηθίζεται οι λέξεις ή οι εκφράσεις οι οποίες περιλαμβάνουν μια χρονική χροιά να βρίσκονται στην αρχή της πρότασης (πριν ή μετά το υποκείμενο) και να προΐστανται των λέξεων ή εκφράσεων με περιεχόμενο τόπου. Έτσι καταλήγουμε στην εξής σαφή διάταξη των καταλήξεων στη λέξη: όνομα + αριθμός + κτητικό επίθημα +πτώση (πτωτ.επιθ.) + κατάληξη του είμαι. (Τοπτσόγλου,2012,σελ.16-17) Για παράδειγμα: «çocuk-lar-ın-a» μεταφράζεται ως «στα παιδιά σου». (Göksel & Kerslake,2005,σελ.68)
    Όσον αφορά τη διάταξη των όρων σε μια ονοματική φράση, η θέση των προσδιορισμών ενός επιθέτου στα αριστερά είναι ενδεικτική «για τον όρο» που χρησιμοποιείται ως επίθετο. Όταν μάλιστα υπάρχουν αριθμητικά ή δεικτικές, οριστικές και άλλες αντωνυμίες τοποθετούνται πριν το επίθετο: «dört başarılı örğencı(= τέσσερις επιτυχημένοι μαθητές), o küçük dolap (=εκείνο το μικρό ντουλάπι». Αντιθέτως όταν έχουμε το “bir” σε λειτουργία αόριστου άρθρου σχεδόν πάντα έπεται του επιθέτου: küçük bir kız (= ένα μικρό κορίτσι). (Θωμαδάκη,2009,σελ.191,177-178) Όμως δεν πρέπει να λησμονούμε πως η κύρια συντακτική διάκριση μεταξύ ελληνικής και τουρκικής γλώσσας έγκειται ως προς τη θέση του προσδιορίζοντος και του προσδιοριζόμενου.
    Πιο αναλυτικά στην ελληνική γλώσσα το προσδιοριζόμενο προηγείται του προσδιορίζοντος, ενώ στην τουρκική (γλώσσα) ισχύει η ακριβώς αντίστροφη σειρά (το προσδιορίζον προηγείται του προσδιοριζόμενου). Αυτό σημαίνει ότι στην τουρκική γλώσσα: 1. Το κατηγόρημα έπεται του υποκειμένου, 2. Το ουσιαστικό έπεται του επιθέτου, 3. Το προσδιοριζόμενο όνομα έπεται του ονοματικού προσδιορισμού, 4. Το (ρηματικό) κατηγόρημα έπεται του αντικειμένου, 5. Το προσδιοριζόμενο όνομα (ή ρήμα) έπεται του προσδιορισμού με χρήση δοτικής πτώσης, 6. Το όνομα (ή το ρήμα) που προσδιορίζεται έπεται των επιρρημάτων καθώς και των διαφόρων προσδιορισμών, 7. Οι δευτερεύουσες προτάσεις σύμφωνα με την εκάστοτε λειτουργία τους διατάσσονται εκεί όπου θα ήταν η θέση των αντίστοιχων λέξεων με την ίδια ακριβώς σημασία, 8. Το ρηματικό ή ονοματικό κατηγόρημα τοποθετείται στην τελευταία θέση μιας πρότασης. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ. 264)
      Έτσι λοιπόν γίνεται φανερό πως η σειρά μεταξύ προσδιορίζοντος και προσδιοριζόμενου συνιστά ένα καθοριστικό ζήτημα για τις πτυχές της σύνταξης της κάθε γλώσσας (τουρκικής-ελληνικής).      

  Στην ελληνική γλώσσα η διάταξη των λέξεων μέσα στην πρόταση καθώς και μέσα στις περιόδους δεν δέχεται κάποιους περιορισμούς: (π.χ. «ο Τάκης πήρε το μολύβι», «πήρε ο Τάκης το μολύβι», «το μολύβι πήρε ο Τάκης»). Όμως υπάρχουν κάποιες περιπτώσεις σύμφωνα με τις οποίες η διάταξη των όρων είναι καθορισμένη (π.χ. «δεν ήρθε από το βουνό», και όχι «ήρθε δεν – το βουνό από»). Ακόμη οι όροι που παίρνουν στην εκφορά του λόγου συγκεκριμένη θέση είναι οι εξής: τα άρθρα, οι προθέσεις, οι αναφορικές αντωνυμίες, τα αναφορικά επιρρήματα, οι σύνδεσμοι, τα αρνητικά μόρια. Έτσι αυτοί οι όροι λαμβάνουν θέση πριν από τις λέξεις/φράσεις στις οποίες ανήκουν συντακτικά. Επίσης δεν πρέπει να λησμονούμε πως ενώ υπάρχει μια συντακτική ελευθερία στην ελληνική γλώσσα, αυτή δεν είναι αποτέλεσμα αυθαιρεσίας. Πιο συγκεκριμένα αυτό προκύπτει από το γεγονός ότι υπάρχει κάποια συγκεκριμένη συνθήκη για την οποία εκείνη η λέξη (ή φράση) πήρε μια συγκεκριμένη θέση στο εκφώνημα. (Τζαρτζάνου,1953,σελ.270) Μάλιστα για την καλύτερη ανάλυση του ζητήματος αυτού θα ήταν ωφέλιμο να ακολουθήσουμε την παρακάτω κατηγοριοποίηση: Η διάταξη :

Ως προς τις :

  Ανεξάρτητες προτάσεις κρίσεως: στις προτάσεις αυτές η σειρά είναι η εξής: α) υποκείμενο, β) ρήμα, γ) κατηγορούμενο ή αντικείμενο(π.χ. ο Τάκης είναι φτωχός, ο Θανάσης αγόρασε σπίτι). (Τζαρτζάνου,1953,σελ.273)

Ανεξάρτητες προτάσεις επιθυμίας: οι προτάσεις αυτές εκφέρονται με υποτακτική ή προστακτική και έτσι το ρήμα βρίσκεται πάντα στην αρχή αφού δηλώνει την επιθυμητή πράξη, και στη συνέχεια ακολουθούν οι υπόλοιποι όροι (π.χ. «Μη φωνάζεις τόσο δυνατά, ας περιμένουμε ακόμη λίγη ώρα»). (Τζαρτζάνου,1953,σελ.274)

Ευθείες ερωτηματικές προτάσεις: σε τέτοιου είδους προτάσεις το ρήμα βρίσκεται στην αρχή εκτός αν δίνεται έμφαση σε κάποιον άλλον όρο και πρέπει λόγω αυτού να βρεθεί στην αρχή ( π.χ. ήρθε η Άννα ή η Άννα έφερε το δέμα;)

Πλάγιες ερωτηματικές/ενδοιαστικές προτάσεις ,ευθείες ερωτήσεις: το ρήμα έπεται των λέξεων οι οποίες εισάγουν την εκάστοτε πρόταση: π.χ. «τί έπαθε σήμερα ο Πέτρος και δεν ήρθε;» ή «μην έπαθε τίποτε το παιδί» ή «δεν ξέρω αν σκότωσα κανέναν». (Τζαρτζάνου,1953,σελ.275) Με τον ίδιο τρόπο διατάσσονται οι όροι σε όλες τις δευτερεύουσες προτάσεις (π.χ. «όταν έφεξε η αυγή…»). (Τζαρτζάνου,1953,σελ.276)

Ως προς τους:

Δευτερεύοντες όρους της πρότασης: οι προσδιορισμοί των κύριων όρων βρίσκονται δίπλα στον κύριο όρο τον οποίο προσδιορίζουν ( π.χ. ο Τάκης της Μαρίας είναι τώρα καθηγητής του πανεπιστημίου ή ο Θανάσης έσπασε ένα πιάτο). Ειδικότερα οι επιρρηματικοί προσδιορισμοί καθώς και οι επιρρηματικές μετοχές τοποθετούνται μετά το ρήμα, προς το τέλος της πρότασης ( π.χ. «πήρε τους δρόμους φωνάζοντας βοήθεια» ή «η εργασία κούρασε τον Πέτρο πολύ» ή «σηκώθηκε τυχαία και έφυγε»). (Τζαρτζάνου,1953,σελ.277)

Ως προς την

Γενική προσδιοριστική: όταν το ουσιαστικό έχει κάποιον επιθετικό προσδιορισμό (π.χ. το τρίτο παιδί) καθώς και προσδιορισμό σε πτώση γενικής κάποιας αντωνυμίας, αυτή η γενική προσδιοριστική διατάσσεται ανάμεσα στο επίθετο και το ουσιαστικό (π.χ. το τρίτο μου παιδί). (Τζαρτζάνου,1953,σελ.278)

Ως προς τα:

Δύο αντικείμενα ενός δίπτωτου ρήματος:
Α) αν βρίσκονται και τα δύο αντικείμενα σε πτώση αιτιατικής, τότε η αιτιατική του έμμεσου αντικειμένου έπεται της αιτιατικής του άμεσου αντικειμένου (π.χ. ο Θάνος μαθαίνει τον Κώστα γαλλικά.),
Β) αν το ένα αντικείμενο βρίσκεται σε πτώση γενική ενώ το δεύτερο σε πτώση αιτιατική, τότε το έμμεσο αντικείμενο (πτώση γενική) προηγείται του άμεσου ( πτώση αιτιατική) (π.χ. ο Κώστας διάβασε της Άννας το βιβλίο σου.)
Γ) ο κλιτός τύπος αντωνυμιών προηγείται του ρήματος (π.χ. ο Κώστας με μαθαίνει τουρκικά) (Τζαρτζάνου,1953,σελ.278-9)

Ως προς την Σημασιοσυντακτική πλευρά του επιθέτου: ένα επίθετο το οποίο λειτουργεί ως προσδιορισμός μπορεί να εμφανιστεί είτε πριν είτε μετά του ονόματος που προσδιορίζει (π.χ. το κίτρινο αυτοκίνητο, το αυτοκίνητο το κίτρινο). Ακόμη μπορεί να παρατηρηθεί το επίθετο πριν ή και μετά από την ονοματική φράση την οποία προσδιορίζει, με την προϋπόθεση να μην υπάρχει ο δείκτης οριστικότητας. Στην περίπτωση όμως που εκφράζεται η οριστικότητα, τότε η επανάληψη του δείκτη αυτής κρίνεται αναγκαία (π.χ. «το ωραίο το αυτοκίνητο το κίτρινο») (Θωμαδάκη,2009,σελ.121-122). 
Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε πως η παρουσία ενός  επιθέτου σε θέση μετά του ονόματος ισοδυναμεί με την χρήση ενός επιθέτου σε θέση (ως προς τη σύνταξη) κατηγορουμένου ή με κάποια μορφή αναφορικής πρότασης. (Θωμαδάκη,2009,σελ.123)  Επίσης στην ελληνική γλώσσα πυρήνα αποτελεί το όνομα το οποίο προσδιορίζεται ενώ τα επίθετα διατάσσονται «από έξω προς τα μέσα»: «αριθμητικά > ποιοτικά επίθετα(αξιολογικό /τροπικό) > προσανατολισμένο στο υποκείμενο(τρόπου) > μέγεθος > σχήμα> χρώμα > προέλευση, ύλη». Γίνεται λοιπόν φανερό πως η διάταξη των όρων στο εκφώνημα γίνεται με βάση την συμβολή του επιθέτου ως προσδιοριστή προς την ονοματική φράση που προσδιορίζει. (Θωμαδάκη,2009,σελ.126) 
    Συμπερασματικά, μια ονοματική φράση μπορεί να λειτουργεί ως : α) υποκείμενο σε ένα ρήμα (στην μηδενική πτώση), β) κατηγορούμενο υποκειμένου (σε ον./μηδενική Πτώση), γ)άμεσο αντικείμενο σε ένα ρήμα (σε αιτιατική πτώση), δ) κατηγορούμενο του αντικειμένου (στην αιτιατική πτώση), ε) έμμεσο αντικείμενο (σε γενική πτώση), στ) μπορεί να «κυβερνάται» από μια πρόθεση (σε αιτιατική πτώση), ζ) μπορεί να εξαρτάται από την κεφαλή μιας άλλης ονοματικής φράσης (σε γενική πτώση). (Holton-Mackridge-Φιλιππάκη-Warburton,1998,σελ.242) Παραδείγματος χάριν «ο πατέρας της Άννας χτύπησε το κεφάλι του στην καρέκλα»: «ο πατέρας» είναι το υποκείμενο στο ρήμα χτύπησε, «τη μύτη» είναι το άμεσο αντικείμενο του ρήματος, «στην καρέκλα» (σε αιτιατική) κυβερνάται από την πρόθεση σ[ε], «του Γιώργου» (στην γενική) εξαρτάται από την κεφαλή της ονοματικής φράσης ο πατέρας. Μάλιστα στην ονοματική φράση «τη μύτη του» εμπεριέχεται και η ασθενή προσωπική αντωνυμία «του» στη γενική.                 



     Στην τουρκική γλώσσα τα επιθετικά στοιχεία είναι λέξεις οι οποίες μορφολογικώς χαρακτηρίζονται ως απλές ή παράγωγες και αξιοποιούνται με στόχο την τροποποίηση των ονομάτων «είτε στην προσδιοριστική είτε στην κατηγορηματική λειτουργία τους».
    Αρχικά, η προσδιοριστική σύνδεση μεταξύ επιθέτου και ουσιαστικού μέσα σε μια ονοματική φράση γίνεται αντιληπτή μέσω της σύνταξης και όχι μέσω δεικτών μορφολογικής υφής, διότι μόνο η λέξη ως πυρήνας της ονοματικής φράσης, φανερώνει τον χαρακτήρα πτώσης και αριθμού. Ακόμη δεν πρέπει να λησμονούμε πως η έννοια του «γένους» δεν υφίσταται στα τουρκικά, καθώς δεν πρόκειται για μια κλιτή γλώσσα όπως είναι αυτή της ελληνικής: yüksek ağaç»: ψηλός + δέντρο = ψηλό δέντρο). (Θωμαδάκη,2009,σελ.169-170) Επίσης στα τουρκικά ένας βασικός κανόνας είναι ότι το προσδιορίζων προηγείται του προσδιοριζόμενου  («yüksek ağaçlar»). Εάν όμως  μέσα σε μια ονοματική φράση το επιθετικό στοιχείο δεν προηγείται, αλλά έπεται της λέξης/πυρήνα, τότε βρίσκεται σε θέση κατηγορουμένου (π.χ.  ağaç yüksek = «(το) δέντρο (είναι) ψηλό). (Θωμαδάκη,2009,σελ.170-171)
      Έπειτα, στην τουρκική γλώσσα ο διαχωρισμός μεταξύ επιθέτου, ουσιαστικού και επιρρήματος δεν είναι ξεκάθαρος αφού ένα επίθετο μπορεί να λειτουργήσει και ως επίρρημα χωρίς όμως να παρουσιαστεί κάποια μορφική παραλλαγή : [π.χ. α. «hızlı bir araba» ( γρήγορος + ένα +αυτοκίνητο) = ένα γρήγορο αυτοκίνητο, β. «Ahmet hızlı koşabilir» ( Αχμέτ + γρήγορος + τρέχω) = ο Αχμέτ μπορεί να τρέξει γρήγορα. Βέβαια η τουρκική ως συγκολλητική γλώσσα διαθέτει κάποια επιθήματα («ÇA») τα οποία δύνανται να σχηματίσουν παράγωγα επιρρήματα από επίθετα : [ π.χ. «yavas-ça söyledi» δηλαδή: «( σιγανός-επίρρημα + λέω – παρατατικός) = μίλησε με σιγανή φωνή/αργά»]. Επιπρόσθετα στα τουρκικά ούτε η σχέση μεταξύ επιθέτου και ουσιαστικού είναι ξεκάθαρη ως προς τη μορφολογία. Πιο συγκεκριμένα ένα επίθετο μπορεί να λειτουργήσει και ως ουσιαστικό [ π.χ. α. «evlerin arkasında» ( = σπίτι – πληθυντικός – γενική + πίσω – κτητικό τρίτου προσώπου – τόπος) = πίσω από τα σπίτια], β. [ π.χ. «zengin-ler-in control-ün-de» δηλαδή:  ( = πλούσιος - πληθυντικός - γενική + έλεγχος – γενική- τόπος) = υπό τον έλεγχο των πλουσίων] (Θωμαδάκη,2009,σελ.183-184)
      Επιπρόσθετα,  όταν απουσιάζει το προσδιοριζόμενο ουσιαστικό και έχουμε την εμφάνιση δεικτών όπως εκείνου του πληθυντικού, δημιουργείται μια αμφισημία και το επίθετο λειτουργεί ως ουσιαστικό: [π.χkırmızılar» = α. κόκκινα δηλ. οι αποχρώσεις, β. «ΤΑ» κόκκινα δηλ. φρούτα, παράθυρα κ.α.]. Έτσι λοιπόν ο πληθυντικός μπορεί να αναφερθεί και ως αντωνυμικό επίθημα αφού δηλώνει την ονοματική κεφαλή/τον ονοματικό πυρήνα που λείπει. Αυτό επιβεβαιώνεται και από τη χρήση του τρίτου κτητικού επιθήματος: [π.χ. «bunların kırmızıları daha tatlı.» = από αυτά, τα κόκκινα είναι πιο γλυκά]. Επίσης στην τουρκική γλώσσα υπάρχει ακόμη μια ασάφεια με τα ουσιαστικά τα οποία λειτουργούν προσδιοριστικά (προσδιοριστικά σύνθετα) : [ π.χ.(«kadın şapkası» = γυναίκα + καπέλο/δείκτης σύνθεσης) δηλαδή γυναικείο καπέλο]. Όσον ακόμη αφορά τα προσδιοριστικά τα οποία δηλώνουν ύλη εμφανίζονται πριν από το όνομα [π.χ. «tuğla ev»( = σπίτι από τούβλα)]. Τέλος δύναται και μια ονοματική φράση σε αφαιρετική να λειτουργήσει προσδιοριστικά [π.χ. («tuğla-dan altın bilezik» δηλαδή χρυσό βραχιόλι/ βραχιόλι από χρυσό]. (Θωμαδάκη,2009,σελ.184-187)

ΤΟ ΕΠΙΘΕΤΟ ΣΤΗΝ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΓΛΩΣΣΑ

     Η ονοματική χροιά του επιθέτου καθώς και ο συσχετισμός του με το ουσιαστικό οφείλεται κυρίως στην εξέταση  της μορφολογικής του συμπεριφοράς. Τα μορφολογικά στοιχεία τα οποία δηλώνουν τις «γραμματικοποιημένες κατηγορίες της γλώσσας» εμφανίζουν «την λειτουργική διαφοροποίηση των λεξικών κατηγοριών» όπως τα χρησιμοποιεί το εν λόγω σύστημα. (Θωμαδάκη,2009,σελ.101)
   Πιο συγκεκριμένα στην ελληνική γλώσσα η διαφοροποίηση μεταξύ επιθέτων και ουσιαστικών έγκειται στο γένος. Έτσι  κάθε ουσιαστικό έχει ένα «σταθερό» γένος (π.χ. «λόγος») ενώ όσον αφορά το επίθετο γίνεται διάκριση μεταξύ τριών γενών (π.χ. μεγάλος-η-ο). Βέβαια η αναγκαιότητα για την καταγραφή του γένους ενός ουσιαστικού και ενός επιθέτου γίνεται αντιληπτή και από το γεγονός ότι το ουσιαστικό σε θέση κατηγορουμένου βρίσκεται υποχρεωτικά σε πλήρη συμφωνία ως προς την πτώση και «τυχαίως» ως προς το γένος και τον αριθμό : [ π.χ. «ο ύπνος είναι θάνατος» - ταύτιση γένους μεταξύ κατηγορουμένου και υποκειμένου, ενώ στο παράδειγμα : «η χαρά είναι μεγάλο πράγμα» - το υποκείμενο είναι γένους θηλυκού  και η ονοματική φράση «μεγάλο πράγμα» εκφέρεται σε γένος ουδετέρου]. (Θωμαδάκη,2009,σελ.102)
    Συμπερασματικά, στην ελληνική γλώσσα το γένος αποτελεί τον πυρήνα ο οποίος με τη σειρά του θα φανερώσει την «κατηγοριακή διαφοροποίηση» του επιθέτου (ως προσδιορισμός ή ως κατηγορούμενο) από το ουσιαστικό. (Θωμαδάκη,2009,σελ.106-7)


  Στα τουρκικά η ένδειξη του πλήθους συνιστά μια προαιρετική επιλογή. Παρουσιάζεται με το επίθημα –lar/ler το οποίο εφαρμόζεται στο θέμα του ονόματος πρώτο στη διάταξη(αριθμός -κτήση- πτώση).
  Πιο συγκεκριμένα στην τουρκική γλώσσα: α) δεν υπάρχει συμφωνία μεταξύ επιθέτου και ουσιαστικού(προσδιορίζοντος και προσδιοριζόμενου) π.χ. güzel altar koşuyor=τα ωραία άλογα τρέχουν, β) όταν ένα όνομα προσδιορίζεται από κάποιο μόνημα το οποίο να δηλώνει ποσότητα ή αριθμητική ένδειξη - το προσδιοριζόμενο δεν εκφράζεται με το επίθημα του πληθυντικού(-lar/ler) π.χ. «çok kitap okudum» δηλαδή «διάβασα πολλά βιβλία» , «iki kitap okudum» μεταφράζεται ως «διάβασα δύο βιβλία», γ) δεν σχηματίζεται ο πληθυντικός σε ρήματα των οποίων το υποκείμενο είναι άψυχο (π.χ. dişim kırıldı=τα δόντια μου χάλασαν), δ) όσον αφορά το τρίτο πρόσωπο πληθυντικού αριθμού των ρημάτων(6ο πρόσωπο) η εφαρμογή του πληθυντικού συνιστά προαιρετική (π.χ. çocuklar geldi/geldiler=τα παιδιά ήρθαν).
   Συνοψίζοντας στην τουρκική γλώσσα η χρήση του πληθυντικού είναι προαιρετική και εκφράζεται μόνο όταν είναι απολύτως απαραίτητο. Αντιθέτως, στην ελληνική γλώσσα η δήλωση του πληθυντικού συνιστά υποχρεωτική επιλογή αφού είναι κάτι που συναντάμε είτε ως «διακοπτόμενο μόνημα» είτε ως «αμάγαλμα». (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.210-11) Μάλιστα στην ελληνική γλώσσα υπάρχουν ουσιαστικά τα οποία έχουν άλλη σημασία στον ενικό αριθμό και άλλη στον πληθυντικό : (π.χ. «το ενδιαφέρον» με την έννοια της προσοχής - φροντίδας , ενώ «τα ενδιαφέροντα» με την έννοια των ασχολιών). (Κατσούδα,2007,σελ.37)

      
   Η επιθετική χροιά η οποία παρουσιάζεται στη χρήση των εν λόγω λέξεων, οφείλεται στον χαρακτήρα τους ως «ονοματικοί διορισμοί», γεγονός που τους δίνει την δυνατότητα να χρησιμοποιηθούν όπως ακριβώς χρησιμοποιείται και ο ονοματικός διορισμός «άρθρο». Πιο συγκεκριμένα το μη μεταβλητό (μορφολογικώς) «κάτι» μπορεί να χρησιμοποιηθεί είτε ως  αντωνυμία(π.χ. «Κάτι θυμήθηκα να σου πω.»), είτε ως ουσιαστικό(π.χ. «Ήταν κάτι δεδομένο για εκείνον».), είτε ως ονοματικός διορισμός με τη συνοδεία του πληθυντικού(π.χ. «Είδα κάτι φίλους».). Έπειτα, το «κανείς-καμία-κανένα) μπορούν να χρησιμοποιηθούν είτε ως αντωνυμία (π.χ. «Είναι κανείς έξυπνος») είτε ως ονοματικός διορισμός(π.χ. «Φέρε μου κανένα δώρο όταν επιστρέψεις.»). Τέλος πρέπει να επισημανθεί η ειδοποιός διαφορά μεταξύ των δύο αυτών ονοματικών διορισμών με τη συνοδεία κάποιου αριθμού (του πληθυντικού), δηλαδή: τα «κανείς, καμία, κανένα» καθώς και το «κάτι» δηλώνουν μια αοριστία, κάτι το μη συγκεκριμένο, ενώ τα «ένας, μία, ένα» ναι μεν δηλώνουν μια αόριστη κατάσταση αλλά ταυτόχρονα δηλώνουν και κάτι το πιο συγκεκριμένο σε σχέση με τα άλλα. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ. 207-9)     

    
    Στην τουρκική γλώσσα δεν συναντάμε τον ονοματικό διορισμό «οριστικό άρθρο» όπως νοείται και χρησιμοποιείται στην ελληνική γλώσσα και γραμματική.
   Πιο συγκεκριμένα στην τουρκική γλώσσα η οριστικότητα δηλώνεται μέσω: α) της αιτιατικής (πτωτικό λειτουργικό) π.χ. onu seviyorum (αγαπώ τον εν λόγω άνθρωπο), β) «του αριθμητικού bir» και το όνομα σε πτώση αιτιατική π.χ. bir evi gördüm (είδα ένα συγκεκριμένο σπίτι), γ) της «απόλυτης πτώσης» όταν το όνομα έχει τη λειτουργία ενός υποκειμένου π.χ. çocuk izliyor (το παιδί παρακολουθεί). Αντιθέτως στην ελληνική γλώσσα για να δηλωθεί η οριστικότητα γίνεται χρήση του οριστικού άρθρου.
   Όταν όμως πρέπει να δηλωθεί η αοριστία στην τουρκική γλώσσα, τότε ο προσδιορισμός «αόριστο» εκφέρεται με: α) τη χρήση του «αριθμητικού bir» και το όνομα σε «απόλυτη πτώση» [π.χ. güzel bir bahçe (ωραίος ένας/κάποιος κήπος)] ανεξάρτητα από την λειτουργία του ονόματος (είτε δηλαδή ως άμεσο αντικείμενο είτε ως υποκείμενο), β) το επίθημα του πληθυντικού (-lar/ler) π.χ. adamlar gördüm (είδα ανθρώπους). Στην ελληνική γλώσσα αντίθετα, όταν πρέπει να δηλωθεί η αοριστία χρησιμοποιείται το αόριστο άρθρο ή ο πληθυντικός σε «γυμνή μορφή» π.χ. αγόρασα βιβλία.
   Συμπερασματικά όσον αφορά την οριστικότητα μπορούμε να παρατηρήσουμε πως όπου η ελληνική γλώσσα χρησιμοποιεί λεξιλόγιο (το λεξικό μόνημα προηγείται του ονόματος), η τουρκική (γλώσσα) χρησιμοποιεί πτωτικά λειτουργικά, τα οποία προσκολλώνται στο όνομα, ανάλογα με τη λειτουργία του ονόματος κάθε φορά (αντικείμενο ή υποκείμενο). (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.205-207)



     Στην τουρκική γλώσσα οι πτώσεις χρησιμοποιούνται όχι μόνο στα ουσιαστικά αλλά και στις αντωνυμίες, στα κύρια ονόματα, στα απαρέμφατα, στις ερωτηματικές λέξεις κ.α.(Τοπτσόγλου,2012,σελ.24) Θα μπορούσαμε έτσι να ισχυριστούμε, πως η παρουσία των πτώσεων στην Τουρκική εμφανίζει πολλά κοινά στοιχεία με την παρουσία των πτώσεων στην ελληνική γλώσσα.
     Πιο συγκεκριμένα στην τουρκική γλώσσα: 1. Η ονομαστική πτώση δεν έχει κατάληξη και το όνομα βρίσκεται σε απόλυτη πτώση [no marking] π.χ. ev (σπίτι) (Aarssen-Backus,2007,σελ.258), 2. Η γενική πτώση (-In ή -nIn) όπως και στην ελληνική γλώσσα με την έννοια της κτήσης, 3. Η δοτική πτώση (-E ή -yE) δηλώνει κίνηση, κατεύθυνση («προς») π.χ. Eve giriyorum = μπαίνω στο σπίτι, 4. Η αιτιατική πτώση (-I ή -yI) δηλώνει ποια είναι τα αντικείμενα του ρήματος π.χ. όταν υπάρχει μια συγκεκριμένη έννοια (şemsiyeni al yağmur yağacak = πάρε την ομπρέλα σου θα βρέξει), ενώ όταν έχουμε την πρόταση: «yeni bir şemsiye aldım» = πήρα μια καινούρια ομπρέλα λόγω αοριστίας έχουμε την απόλυτη πτώση, 5. Η τοπική πτώση (-DE) δηλώνει την στατικότητα  π.χ. Arabam evimde değil (το αμάξι μου δεν είναι στο σπίτι), 6. Η αφαιρετική πτώση (-Den) δηλώνει κίνηση, απομάκρυνση π.χ. işimden geliyorum = έρχομαι από την δουλειά μου. (Τοπτσόγλου,2012,σελ.25)
    Στη συνέχεια, η ελληνική γλώσσα από τα έξι κλιτά μέρη του λόγου τα οποία διαθέτει, μόνο τα πέντε μπορούν να σχηματίσουν τους τύπους των πτώσεων και για αυτό τα εν λόγω μέρη ονομάζονται πτωτικά: το άρθρο, το ουσιαστικό, το επίθετο, η αντωνυμία, η μετοχή. Πιο συγκεκριμένα: 1. Η ονομαστική πτώση δείχνει και το υποκείμενο του ρήματος καθώς και το κατηγορούμενο του υποκειμένου, 2. Η γενική πτώση δείχνει: 2α) το αντικείμενο των μονόπτωτων και δίπτωτων ρημάτων (π.χ. Έδωσα του Πάνου το βιβλίο), 2β) το κατηγορούμενο του υποκειμένου ή του αντικειμένου (π.χ. Το κορίτσι της Άννας, 2γ) προσδιορίζει ένα άλλο ουσιαστικό [π.χ. Το σπίτι μου (γενική κτητική), Ο χτύπος της καρδιάς(γενική υποκειμενική), 2δ) Η διόρθωση της άσκησης από την Άννα(γενική αντικειμενική), 2ε) δείχνει τον τρόπο, την ποσότητα, την χρονική έννοια κ.α. σε στερεότυπες εκφράσεις (π.χ. «περί ανέμων και υδάτων», «μάχη κατά του καρκίνου»), 3. Η αιτιατική πτώση δηλώνει: 3α) το αντικείμενο (είτε έμμεσο είτε άμεσο), 3β) το κατηγορούμενο του αντικειμένου(π.χ. «Τον διόρισαν μαθηματικό»), 3γ)τον χρόνο, τρόπο κ.λπ.(έλα σπίτι.), 3δ) την επιφωνηματική χροιά (π.χ. Ανάθεμά σε), 3ε) ποικίλες λειτουργίες όταν συναντά προθέσεις (π.χ. Έτρεμε από τα νεύρα της), 4. Η κλητική πτώση δηλώνει: 4α) προσφώνηση (π.χ. Κύριε καθηγητά!), 4β)αναφώνηση λόγω συναισθηματικής φόρτισης (π.χ. Παιδί μου!), 4γ) παράκληση για βοήθεια (π.χ. Παναγία μου!) (Κατσούδα,2007,σελ.22-23)
    Συμπερασματικά, οι αποκλείσεις τις οποίες ενδεχομένως συναντάμε στα πτωτικά λειτουργικά μονήματα του ονοματικού συντάγματος οφείλονται στην τάση απλοποίησης με σκοπό την λιγότερο πιθανή διαφοροποίηση. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.217)


   Ο πυρήνας σύμφωνα προς τον οποίο διατάσσονται όλα τα υπόλοιπα στοιχεία του εκφωνήματος ονομάζεται «κατηγόρημα». Πρώτα-πρώτα στα ελληνικά, στη θέση του κατηγορήματος μπορεί να βρίσκεται ένα επίθετο, ένα όνομα, ένα επίρρημα(κ.α.). Βέβαια σε κάθε γλώσσα μια κατηγορία μονημάτων διαθέτει εξ΄ ολοκλήρου τον ρόλο του κατηγορήματος με αποτέλεσμα ο φυσικός ομιλητής της εκάστοτε γλώσσας να αντιλαμβάνεται με ευκολία το κατηγόρημα του εν λόγου εκφωνήματος. Δεν θα πρέπει όμως να λησμονούμε πως οι αποκλίσεις γύρω από τη λειτουργία του κατηγορήματος είναι εξέχουσας σημασίας, αφού με το παραμικρό σφάλμα η «κατανόηση του μονήματος» καθίσταται αδύνατη. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.138-9)
    Αρχικά, στην τουρκική γλώσσα δεν υπάρχει το αντίστοιχο του ελληνικού τύπου «είμαι». Οι μοναδικές προσωπικές καταλήξεις τις οποίες διαθέτει η τουρκική είναι εκείνες οι οποίες τοποθετούνται στην ρίζα του θέματος και δίνουν την «έννοια της οντότητας» («φύσει ή θέσει ιδιότητας»). Οι προσωπικές αυτές λοιπόν καταλήξεις[-(y)Im, -sIn,-Dir,-(y)Iz,-sInIz, -Dir/lAr] που αποτελούν «δείκτη κατηγορήματος» τοποθετούνται στην ρίζα/στο θέμα των ονοματικών ,επιθετικών, καθώς και επιρρηματικών μονημάτων: π.χ. «Yunanlıyım = είμαι Έλληνας». (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.142). Επίσης όσον αφορά τους ελληνικούς ρηματικούς τύπους «έχω» καθώς και «υπάρχω» αντιστοιχούν με το «υπαρκτικό μόνημα» («var»)  της Τουρκικής το οποίο σημασιολογικά κατέχει την έννοια του «έχω» και «υπάρχω» σε θέση κατηγορήματος καθώς και την έννοια του «δεν έχω» και «δεν υπάρχω» («yok») π.χ. « köşede bir kahve var= στη γωνία υπάρχει ένα καφενείο».
      Όμως όταν πρέπει να δηλωθεί η «κατοχή» [«something on the thing that isbeing had”»] (Aarssen-Backus,2007,σελ.258) τότε το ελληνικό «έχω» στην Τουρκική δηλώνεται με τη χρήση των κτητικών επιθημάτων μαζί με το «var» και «yok»: π.χ. («Arabam var»= έχω αμάξι, ή «Bahçemiz var» = έχουμε κήπο, ο κήπος μας υπάρχει). (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.144-145) Τέλος η χρονική υπόσταση του «var/yok» δεν είναι δυνατόν να οριστεί με όλους τους ρηματικούς διορισμούς του «είμαι». Έτσι στη θέση του «var» μπαίνει το ρήμα «olmak», το οποίο σημαίνει «γίνομαι», «υπάρχω», «είμαι», ενώ στη θέση του «yok» το «olmamak»(«δεν γίνομαι», «δεν υπάρχω» «δεν είμαι») σε όλους τους διορισμούς του ρήματος «είμαι». (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.146)


  Έπειτα από την εξέταση και διόρθωση κάποιων αντιπροσωπευτικών γραπτών των ελληνόφωνων ομιλητών, προχώρησα στην εξής κατηγοριοποίηση των σφαλμάτων τους:

Ορθογραφικά λάθη: Επειδή το αλφάβητο της τουρκικής διαθέτει κάποια γράμματα τα οποία φαινομενικά μοιάζουν, οι ελληνόφωνοι μπερδεύουν το ş με το s, το c με το ç, το i με το ı και το ü με το u.

Συντακτικά λάθη: 1. Οι ελληνόφωνοι μαθητές ταυτίζουν το επίθετο με το ουσιαστικό καθώς σκέφτονται σύμφωνα με την μητρική τους γλώσσα. (Θωμαδάκη,2009,σελ.102)
2. Σύγχυση στον πληθυντικό: οι ομιλητές ταυτίζουν το αριθμητικό στοιχείο με τον πληθυντικό καθώς στην ελληνική γλώσσα η δήλωση του πληθυντικού είναι υποχρεωτική (π.χ. «iki kitaplar» αντί για «iki kitap»). (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.210-11)
3. Απουσία της τουρκικής προσωπικής κατάληξης του αντίστοιχου ελληνικού «είμαι», όταν υπάρχει η προσωπική αντωνυμία [π.χ. «Ben çok iyi» (μτφ. Εγώ πολύ καλά) αντί για «Ben çok iyiyim» (μτφ. Εγώ είμαι πολύ καλά)].
4. Λανθασμένη διατύπωση της κτήσης: οι ελληνόφωνοι ομιλητές χρησιμοποιούν μόνο τις κτητικές αντωνυμίες για να δηλώσουν κτήση [π.χ. «senin oda» (μτφ. Δικό _ δωμάτιο)  αντί για «senin odanın» (μτφ. Δικό σας δωμάτιο)].
5. Σε μη έμψυχα υποκείμενα γίνεται χρήση του πληθυντικού: όταν το υποκείμενο ενός ρήματος είναι άψυχο, τότε δεν δέχεται τύπο του πληθυντικού. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.210-11) Π.χ. «ayakkabı kırıldı» μτφ. «Τα παπούτσια χάλασαν.» (και όχι «ayakkabı kırıldılar»).
6. Σύγχυση στη χρήση του επιθέτου «sevgili»: Οι ελληνόφωνοι μαθητές στην προσπάθειά τους να συντάξουν μια επιστολή προς έναν φίλο τους, εφαρμόζουν τη κτήση στο εν λόγω επίθετο με στόχο να μεταφέρουν το ελληνικό «αγαπημένη μου φίλη». Παραδείγματος χάριν γράφουν «Sevgilim arkadaşım» αντί για «Sevgili arkadaşım».
7αΔυσκολία στη σύνταξη του «bir» το οποίο σχεδόν πάντα έπεται του επιθέτου όταν λειτουργεί ως αόριστο επίθετο. (Θωμαδάκη,2009,σελ.191,177-178) Π.χ. «bir kitap güzel» αντί για «güzel bir kitap», «bir büyük aşk» αντί για «büyük bir aşk».
7β. Χρήση του «bir» με πτωτικό λειτουργικό: Ενώ το «bir» συντάσσεται με μηδενική πτώση, οι ομιλητές τοποθετούν πτωτικά: «Bir filmi izledim» αντί για  «Bir film izledim» ή «Türkçe çok güzel bir dili» αντί για «Türkçe çok güzel bir dil».  (Δαφνοπατίδης-Σανλίογλου,2018,σελ. 61)
8. «Αναρχία» στην σύνταξη: Λόγω της συντακτικής ελευθερίας που υπάρχει στην ελληνική γλώσσα, ο ομιλητής δεν τοποθετεί το ρήμα στο τέλος, όπως υποχρεούται στην Τουρκική. (Τζαρτζάνου,1953,σελ.270) Π.χ. «gidiyorum okula» αντί για «Okula gidiyorum».
9. Σύγχυση στη σειρά «Αριθμός- Κτήση- Πτώση»: (Τοπτσόγλου,2012,σελ.16-17) Π.χ. «günümüzde insanlar bu kitabılar okumuyorlar» αντί για  «günümüzde insanlar bu kitap-lar-ı  okumuyorlar».
10.Δυσκολία στον εντοπισμό της πτώσης του αντικειμένου ανάλογα με το ρήμα: π.χ. «Bu kitap çok seviyorum» αντί για «Bu kitabı çok seviyorum», «Şeyler bilmek çok iştiyorum» αντί για «Şeyler bilmeyi çok işterim», «…bu sebeple yeni bir kitap okumak başladım» αντί για «…bu sebeple yeni bir kitap okumaya başladım». (Δαφνοπατίδης-Σανλίογλου,2018,σελ.405,407-8)
11. Σύγχυση ως προς τη χρήση της δοτικής και τοπικής πτώσης: Λόγω της «ομοιότητας» που ενδεχομένως παρουσιάζεται μεταξύ της ελληνικής και τουρκικής γλώσσας στα πτωτικά λειτουργικά, ο (ελληνόφωνος) ομιλητής συγχέει την λειτουργία και σημασία της (τουρκικής) δοτικής (δηλώνει κίνηση, κατεύθυνση) με την χρήση της τοπικής πτώσης της τουρκικής (δηλώνει στάση). (Τοπτσόγλου,2012,σελ.25)  Π.χ. «Ben her sabah okulda giderim» αντί για «Ben her sabah okula giderim».

Μορφολογικά λάθη:1. Λανθασμένη χρήση της φωνηεντικής αρμονίας: (π.χ. «Βen çok mutlum» αντί για «Ben çok mutluyum») (Δαφνοπατίδης-Σανλίογλου,2018,σελ. 27-28). 


    Ανατρέχοντας στην παρούσα εργασία, εύκολα μπορεί κανείς να διακρίνει τις «ετερογένειες» που υπάρχουν. Άλλωστε «κάθε γλώσσα βλέπει τον κόσμο με διαφορετικό τρόπο».
  Ανακεφαλαιώνοντας, λοιπόν, είναι φανερό πως όσον αφορά τη μορφολογία και την σύνταξη, οι διαφοροποιήσεις που υπάρχουν μεταξύ των δύο γλωσσών δεν δίνουν την δυνατότητα για την μεταφορά των μορφολογικών και συντακτικών κανόνων της μητρικής στη δεύτερη γλώσσα. Πιο συγκεκριμένα: 1. Η οριστικότητα στην ελληνική γλώσσα εκφράζεται μέσω του οριστικού άρθρου(«ονοματικός διορισμός»), ενώ στην τουρκική γλώσσα γίνεται η χρήση της αιτιατικής πτώσης (πτωτικό λειτουργικό).
2. Ο «Πληθυντικός»: ενώ στην ελληνική γλώσσα η χρήση του συνιστά υποχρεωτική, στην Τουρκική η παρουσία του είναι περιορισμένη.
3. Η «Διάταξη των λέξεων»: ενώ στην Τουρκική το προσδιορίζον προηγείται του προσδιοριζόμενου, στην ελληνική γλώσσα σχεδόν «πάντα» το προσδιορίζον έπεται του προσδιοριζόμενου.
4. Το «Σύνταγμα του προσδιορισμού»: ενώ η ελληνική γλώσσα βασίζεται μόνο στη χρήση της γενικής πτώσης, η Τουρκική αρκείται τόσο στην παρουσία της γενικής όσο και στη παρουσία/χρήση του κτητικού επιθήματος το οποίο θα συνδέει το προσδιοριζόμενο με το προσδιορίζον.
5. Απουσία άρθρου(οριστικού) και γένους στην τουρκική γλώσσα.
6. Ασυμφωνία στον αριθμό των δεδομένων του ονοματικού συντάγματος.
7α. Απουσία στην Τουρκική του συνδετικού ρηματικού τύπου «είμαι»,7β.Σύγχυση μεταξύ των ρημάτων «υπάρχω», «έχω», «γίνομαι», «δεν υπάρχω», «δεν έχω», «δεν γίνομαι».
8. Η «Διάταξη των όρων στην τουρκική γλώσσα»: σταθερή, το ρήμα τοποθετείται πάντα στο τέλος της εκάστοτε πρότασης. (Σελλά-Μάζη,2004,σελ.273,277-8)   
    Τέλος, η εκμάθηση μιας δεύτερης γλώσσας δρα είτε θετικά είτε αρνητικά καθώς εξαρτάται από την επίγνωση που έχει ο ομιλητής όσον αφορά τις διαφορές αλλά και τις ομοιότητες τις οποίες έχει η γλώσσα αυτή με τη μητρική του (γλώσσα). Ακόμη οι θετικές ή αρνητικές επιπτώσεις οι οποίες θα επηρεάσουν αντιστοίχως την γλωσσική συμπεριφορά του ομιλητή, εξαρτώνται από την άποψή του για τις μεταφορές που δύνανται ή μη, να γίνουν από το μορφολογικό-συντακτικό επίπεδο της μητρικής του γλώσσας στη δεύτερη γλώσσα εκμάθησης.               

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

    Η γλωσσική βάση κάθε ομιλητή διαδραματίζει πρωταγωνιστικό ρόλο για την επίδοσή του στην δεύτερη γλώσσα την οποία έχει επιλέξει να μάθει. Πρώτα-πρώτα για την πιο αποτελεσματική εκμάθηση μιας γλώσσας ο ομιλητής πρέπει να γνωρίζει πολύ καλά τη μητρική του (γλώσσα αφετηρίας),  διότι κάθε μητρική γλώσσα, επιδρά με διαφορετικό τρόπο στη δεύτερη (ή τρίτη, τέταρτη) γλώσσα του ομιλητή. Έπειτα δεν πρέπει να λησμονούμε πως η «γλώσσα» αποτελεί το κύριο μέσο για την μετάδοση των γνώσεων, συνιστά «αρωγός» για την εξωτερίκευση μιας κυρίαρχης ανθρώπινης ανάγκης: της φαντασίας. Έτσι η κατάκτηση της τουρκικής γλώσσας από τους ελληνόφωνους ομιλητές αποτελεί πρωταρχικό μέλημα, λόγω της δεδομένης πολιτικής αλληλεπίδρασης με τη γείτονα χώρα καθώς, και λόγω των εμπορικών συναλλαγών που πραγματοποιούνται μαζί της. Άλλωστε τίποτε δεν μπορεί να αναπτυχθεί σωστά εάν οι άνθρωποι δεν μπορούν να επικοινωνήσουν. Επίσης η διγλωσσία αλλά και γενικότερα η γλωσσομάθεια επιτρέπει την πραγματοποίηση σπουδών σε ξένα ιδρύματα, την πρόσβαση σε διεθνή βιβλιογραφία, την καλύτερη κατανόηση των άλλων πολιτισμών/αντιλήψεων καθώς και την αμερόληπτη ενημέρωση του ατόμου όσον αφορά τα οικονομικά και πολιτικά νέα καθώς οι πηγές μπορούν να ποικίλλουν. Επιπρόσθετα πρέπει να επισημανθεί πως στη σημερινή εποχή η εκμάθηση ξένων γλωσσών συνιστά απαραίτητη καθώς οι νέοι πρέπει να ανταπεξέλθουν στις «προκλήσεις» της παγκοσμιοποίησης. Τέλος δεν πρέπει να ξεχνάμε πως «Πατρίδα μας είναι όλος ο κόσμος και μαθαίνοντας μια ξένη γλώσσα γνωρίζουμε άλλους πολιτισμούς και γινόμαστε ένα με αυτούς».    


Ελληνόφωνη Βιβλιογραφία

 Δαφνοπατίδης, Β. & Σανλίογλου, Χ., 2018, Τουρκική γραμματική στα ελληνικά, Perugia, Αθήνα.

Holton, D., & Mackridge, P., & Φιλιππάκη-Warburtons, 1998, Γραμματική της ελληνικής γλώσσας, Πατάκης, Αθήνα.

Θωμαδάκη, Ε., 2009, Το επίθετο, university studio press, Θεσσαλονίκη.

Κατσούδα, Γ., 2007, Σύγχρονη πρακτική γραμματική, Άγκυρα, Αθήνα.

Κλαίρης, Χ., 2012, Λειτουργική γλωσσολογία, νεφέλη, Αθήνα.

Σελλά-Μάζη, Ε., 2004, Στοιχεία αντιπαραβολικής γραμματικής Ελληνικής-Τουρκικής, Παπαζήση, Αθήνα.

Μπαμπινιώτης, Γ., 1998, Θεωρητική γλωσσολογία, Μ. Ρωμανός επε, Αθήνα.

Τζάρτζανος, Α., 1953, Νεοελληνική σύνταξις (της κοινής δημοτικής), οργανισμός εκδόσεως σχολικών βιβλίων, Αθήνα.

Τοπτσόγλου, Γ., 2012, Φιλική τουρκική γραμματική, Τσουκάτου, Αθήνα.

Ξενόγλωσση Βιβλιογραφία

Aarssen, J., & Backus, A., 2007, Colloquial Turkish: the complete course for beginners, Routledge, London & New York.

Göksel, A., & Kerslake, C., 2005, Turkish: a comprehensive grammar, Routledge, Oxon.

  
ΥΓ.: Θερμές ευχαριστίες στην Καθηγήτρια του Τμήματος Τουρκικών Σπουδών & Σύγχρονων Ασιατικών Σπουδών κ. Μαρία Ρομποπούλου για την ευρύτερη υποστήριξή της στη διενέργεια της παρούσας γλωσσολογικής μελέτης.
     

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου